Φόρτωση ...

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ

TOP ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Νέα

Προσθέθηκε στις: 15-12-2015 Ανακαίνιση Καταστήματος

Η ανακαίνιση, ως διαδικασία τόνωσης της εικόνας ενός καταστήματος, αποτελεί μείζον θέμα προβληματισμού για τους επιχειρηματίες, αλλά και τους αρχιτέκτονες/ διακοσμητές που καταπιάνονται με αυτήν.

Τα στοιχεία που κρούουν των κώδωνα για ανακαίνιση είναι πολλά: από την προφανέστερη και αναπόφευκτη φθορά του καταστήματος και των επιμέρους στοιχείων που συμβάλλουν στην εικόνα του, την έλευση ανταγωνισμού που αλλάζει τα μέχρι στιγμής δεδομένα στην τοπική/ ευρύτερη αγορά, και βεβαίως, τις τάσεις της μόδας που στη συνείδηση του καταναλωτή μπορούν να «ξεγράψουν» ένα κατάστημα ως παρωχημένο.

Ο γενικότερος προβληματισμός πάνω στην ανακαίνιση έχει σαν αφετηρία την παραδοχή ότι, πλέον, το καταναλωτικό κοινό δεν προβαίνει σε αγορές έχοντας ως αποκλειστικό κίνητρο την τιμή (το σύνηθες φαινόμενο του πολέμου τιμών μεταξύ ομοειδών καταστημάτων, υποβαθμίζει αυτόματα στη συνείδηση του καταναλωτή την τιμή ως κριτήριο αγοράς), αλλά συνυπολογίζει μία σειρά άλλων παραγόντων, με κυριότερο την εικόνα που αυτό εκπέμπει. Είναι σαφές πως η ολική ανακαίνιση, ως διαδικασία επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας ενός καταστήματος, βρίσκεται στην καρδιά της προσπάθειας προσέλκυσης πελατών και για το λόγο αυτό απαιτεί προσεκτικές κινήσεις από πλευράς ιδιοκτητών.

 

Τα βήματα της επιτυχίας

Η αρχή μίας πετυχημένης ανακαίνισης γίνεται με την επιλογή του σωστού συνεργάτη, του γραφείου εκείνου δηλαδή, έργα του οποίου ο ιδιοκτήτης του καταστήματος έχει ήδη δει και αξιολογήσει ως σύμφωνα με την αισθητική του ιδίου και του καταστήματός του. Κατά το σχεδιασμό του νέου χώρου, προσοχή πρέπει να δίνεται στο στυλ που θα επιλεγεί, το οποίο θα πρέπει να αντανακλά την προηγούμενη εικόνα (image) του καταστήματος. Για την αποφυγή ενδεχόμενων «παραφωνιών» στο τελικό αποτέλεσμα, οι ειδικοί του χώρου συστήνουν στους καταστηματάρχες να προβαίνουν στις απαραίτητες κινήσεις πριν από την ανακαίνιση, και συγκεκριμένα:

  • Να ξεκινούν την έρευνα αγοράς έγκαιρα. Η κρούση στο γραφείο θα πρέπει να γίνεται τουλάχιστον 2-3 μήνες πριν την ανακαίνιση, δίνοντας έτσι χρόνο στους αρμόδιους για την άρτια εκπόνηση της μελέτης και στη συνέχεια στον ίδιο τον ιδιοκτήτη του καταστήματος για να αποφασίσει.
  • Προτού ξεκινήσουν οι εργασίες να έχουν δει και εγκρίνει κάθε λεπτομέρεια του έργου (χρώματα, υλικά, επίπλωση, φωτισμό κ.ο.κ.). Η τεχνολογία δίνει πλέον τη δυνατότητα επακριβούς απεικόνισης του τελικού αποτελέσματος μέσω φωτορεαλιστικών σχεδίων, τα οποία παραδίδουν προς έγκριση στον ιδιοκτήτη του καταστήματος τα διάφορα γραφεία σχεδιασμού/ κατασκευής.
  • Να είναι διατεθειμένοι να δώσουν χρόνο για την ανακαίνιση, καθώς, όταν ένα μαγαζί είναι ανοιχτό κατά τις εργασίες ανακαίνισής του, τότε τα προϊόντα δεν προβάλλονται σωστά, το περιβάλλον δεν είναι ευχάριστο για τον καταναλωτή, αλλά και η ανακαίνιση παρεμποδίζεται. Ως εκ τούτου, για την ανακαίνιση πρέπει σε πρώτη φάση να εντοπίζεται η κατάλληλη, «νεκρή» περίοδος του καταστήματος, ανάλογα και με το είδος του, που για τα καταστήματα ένδυσης και υπόδησης είναι συνήθως ο Αύγουστος, ενώ για τα κέντρα εστίασης και διασκέδασης οι μήνες πριν από την έναρξη της χειμερινής και θερινής σεζόν. Θεωρείται εξίσου σημαντικό να έχει προβλέψει ο καταστηματάρχης να κλείσει μία μεταφορική εταιρεία και αποθήκη για να τοποθετήσει τα προϊόντα του καθ' όλη τη διάρκεια της ανακαίνισης, αποδεσμεύοντας πλήρως έτσι τον αρχιτέκτονα/ διακοσμητή και τα συνεργεία του όσο διαρκούν οι εργασίες. Η διάρκεια των εργασιών σε ένα μεσαίο κατάστημα κυμαίνονται χονδρικά από 10 ημέρες μέχρι 6 εβδομάδες, ανάλογα με την ταχύτητα και την εμπειρία των συνεργείων που επιστρατεύονται από τους διακοσμητές/ αρχιτέκτονες.
  • Να έχουν υπ' όψιν τους μία σειρά νομικών ζητημάτων, τα οποία ενδέχεται να προκύψουν από την ύπαρξη «κακόβουλων» γειτόνων. Όλα εξαρτώνται από την ύπαρξη περίεργων γειτόνων, για την αντιμετώπιση των οποίων πρέπει ο ιδιοκτήτης να έχει εκ των προτέρων εφοδιαστεί με όλα τα απαραίτητα έγγραφα που θα εξασφαλίζουν τον ίδιο και την απρόσκοπτη εργασία των συνεργείων. Τέτοια μπορεί να είναι η πλήρης ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, το χαρτί κατάληψης του πεζοδρομίου κ.ά.

 

Συχνότητα και κριτήρια ανακαίνισης

Ένα θέμα που συχνά προβληματίζει τους ιδιοκτήτες καταστημάτων είναι η συχνότητα με την οποία πρέπει να προβαίνουν σε ανακαίνιση του χώρου τους. Πέρα από κατά τόπους ανανεώσεις που και οι ίδιοι μπορούν να κάνουν στο κατάστημά τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα, σε γενικές γραμμές η ανάγκη για ολική ανακαίνιση αρχίζει να γίνεται αισθητή γύρω στα 4- 6 χρόνια. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση της ανακαίνισης παίζει το είδος του καταστήματος και, συγκεκριμένα, κατά πόσο πρέπει να συμβαδίζει με τις τάσεις που επικρατούν.

Κατά κανόνα, τα καταστήματα ένδυσης και αξεσουάρ, οπτικών, εστίασης/ διασκέδασης χρειάζονται τακτικότερη ανακαίνιση απ' ό,τι π.χ. τα βιβλιοπωλεία ή τα καταστήματα γούνας, στα οποία τα προβαλλόμενα προϊόντα αναδεικνύονται άνετα μέσω ενός διαχρονικού στησίματος του μαγαζιού. Το στοιχείο της διαχρονικότητας βρίσκεται στην καρδιά της προβληματικής γύρω απ' το στυλ που πρέπει να υιοθετεί ένα κατάστημα, για τον απλούστατο λόγο ότι μία κλασσική λύση ανακαίνισης μπορεί να σταθεί σε βάθος χρόνου, ενώ μία πιο μοντέρνα, εκκεντρική ενδεχομένως λύση, κουράζει το κοινό γρηγορότερα και για το λόγο αυτό απαιτεί συχνότερη επανάληψή της.

Οι δυνατές αλλαγές θέλουν και δυνατούς παίκτες, ως εκ τούτου αν ένα μικρό κατάστημα δεν μπορεί να υποστηρίξει μία πολύ μοντέρνα λύση, τότε καλό είναι να επιλέξει κλασσικότερες γραμμές. Όταν πρόκειται για μικρά καταστήματα, υπερέχουν οι λιτές γραμμές με φυσικά, διαχρονικά υλικά που μπορούν να συνδυάζονται μεταξύ τους και τα οποία δεν δεσμεύουν για ανακαίνιση, αν και, όπως λέει, «υπάρχουν μικρά καταστήματα που προτιμούν εκκεντρικές λύσεις για να ελκύουν το αγοραστικό κοινό. Και βέβαια πρωταρχικά κριτήρια ανακαίνισης σε ένα κατάστημα πρέπει να είναι α) τα προϊόντα που διαθέτει, β) το κοινό στο οποίο απευθύνεται και γ) η περιοχή στην οποία βρίσκεται. Τ

 

Tάσεις

Έπειτα από μία δεκαετία παραδομένη αμαχητί στον μινιμαλισμό, οι τάσεις στην κατασκευή/ διακόσμηση καταστημάτων αρχίζουν να ξεφεύγουν από τις αυστηρές επιταγές του. Αν πρέπει να μιλήσουμε με συγκεκριμένους όρους, τότε το minimal πέρασε και επικρατεί το light baroque, πράγμα που σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τις αμιγώς λιτές γραμμές και αρχίζουμε να "φορτώνουμε" τον χώρο. Ιδίως στο Μιλάνο και το εξωτερικό, όπου και διαμορφώνονται οι τάσεις, αλλά και στην Ελλάδα, αρχίζουμε να ξεφεύγουμε από την παντοκρατορία του λευκού, προσθέτουμε χρώμα, διακοσμητικές πολυθρόνες και τραπέζια, κάνουμε αντιθέσεις κ.ο.κ. Επικρατεί το πάντρεμα πολύ κλασσικών διακοσμητικών στοιχείων (baroque) με πολύ μοντέρνες και απλές γραμμές, καθώς και πολύ σύγχρονων υλικών με κλασσικές φόρμες. Χαρακτηριστικά, μπορεί κάποιος πλέον να δει έναν μπουφέ napoleon λακαριστό, ή έναν πολυέλαιο από inox. Είναι γεγονός πως ο ρόλος του φωτισμού έχει αναβαθμιστεί σημαντικά και στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, με στόχο την ανάδειξη των προϊόντων, αλλά και των ίδιων των δημιουργιών των διακοσμητών/ αρχιτεκτόνων. Οι τελευταίοι μάλιστα τονίζουν την αναγκαιότητα σωστής μελέτης φωτισμού κατά την ανακαίνιση ενός χώρου.

Ο προσεγμένος φωτισμός που εστιάζει στο αντικείμενο, σε συνδυασμό με το μαύρο περιβάλλον χρώμα -το οποίο παρεμπιπτόντως γνωρίζει ιδιαίτερη δόξα- αναδεικνύουν πάρα πολύ τα προϊόντα, δεδομένου ότι το χρώμα έχει επανέλθει δυναμικά σε αυτά. Η σχεδίαση και διαμόρφωση ενός χώρου πάντως πρέπει να ξεκινάει από τις τάσεις που επικρατούν, λαμβάνοντας εξίσου υπ' όψιν τη φύση του καταστήματος. Σε κάθε περίπτωση, ζητούμενο είναι η επιδίωξη της αυθεντικότητας: Συχνό λάθος κατά τις ανακαινίσεις είναι η μίμηση άλλων, μοντέρνων ή μη, καταστημάτων, ενώ μοναδικό κριτήριο πρέπει να είναι η δημιουργία προσωπικότητας και η εύρεση έξυπνων λύσεων για αυτά που προβάλλονται. Η κυρίαρχη τάση είναι σίγουρα ένας οδηγός κατά το σχεδιασμό, αλλά ένα μαγαζί είναι πραγματικά πετυχημένο όταν είναι αυθεντικό, όταν, σε ένα άλλο μαγαζί, κρίνεται ως αποτυχία η μίμησή του.

 

Υλικά

Ανάλογα με τις τάσεις κάθε εποχής υπάρχουν κάποια υλικά τα οποία χρησιμοποιούνται λιγότερο ή περισσότερο από άλλα. Στα ...πάνω τους αυτή την περίοδο θεωρούνται κατά κοινή ομολογία οι ταπετσαρίες, οι οποίες διατίθενται σε διάφορες τεχνοτροπίες αλλά και σε απομιμήσεις υλικών, αποτελώντας ιδανική λύση για επενδύσεις τοίχων και επίπλων καταστημάτων. Ως υλικό επένδυσης χρησιμοποιείται κατά κόρον η γυαλιστερή λάκα, ενώ, για την χρωματική διαφοροποίηση εντός του καταστήματος, επιλέγονται πολύ τα έγχρωμα κρύσταλλα και το plexiglas. Ως μοντέρνα υλικά αναφέρονται επίσης οι τεντωμένες οροφές αντί των συνήθων ψευδοροφών, τα υπερυψωμένα δάπεδα -συχνά φωτιζόμενα ή ανοξείδωτα- και το corian ως υλικό επικάλυψης επιφανειών, πάγκων κ.ο.κ. Υπάρχουν όμως και οι κλασσικές λύσεις: Το γυαλί και το ξύλο είναι υλικά που δεν υφίστανται φθορά, είναι πάντα κλασσικά. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν τύποι ξύλου που είναι περισσότερο στη μόδα, όπως π.χ. είναι αυτή τη στιγμή το zebran αντί του κλασσικότερου wenge.

 

Εξοπλισμός και μανεκέν

Βασικό στοιχείο κατά την ανακαίνιση ενός καταστήματος είναι η επιλογή συστημάτων εξοπλισμού λειτουργικών και σύμφωνων με τη γενικότερη αισθητική που πρόκειται να υιοθετηθεί. Πρέπει να δοθεί προσοχή κατά την επιλογή. Πρέπει να επιλέγονται λιτές γραμμές, που δίνουν τη δυνατότητα στους επιχειρηματίες να προσφέρουν μία "ξεκάθαρη" και ελκυστική εικόνα των προϊόντων του καταστήματος. Καλό είναι επίσης να επιλέγονται ευέλικτες λύσεις που επιτρέπουν γρήγορες και εύκολες ανακαινίσεις του χώρου. Χ Σε ό,τι αφορά τα μανεκέν βιτρίνας, οι ειδικοί του χώρου θεωρούν πως πρέπει να ανανεώνονται οπωσδήποτε, τουλάχιστον όταν υπάρχει σημαντική διαφορά στην πριν και τη μετά εικόνα του καταστήματος. Η κούκλα έχει τη δική της μόδα. Είναι πολύ σημαντικό να γίνεται αλλαγή της κούκλας μαζί με την αλλαγή του καταστήματος, γιατί καταρχήν κουράζεται ο κόσμος βλέποντας μία ζωή τις ίδιες κούκλες. Η εποχή που επικρατούσε το λευκό ανάγλυφο μανεκέν -το οποίο σημειωτέον είχαν όλοι- έχει περάσει. Πλέον, υπάρχει πληθώρα λύσεων για κάθε γούστο και κάθε στυλ καταστήματος. Αν η ανακαίνιση δεν συμφωνεί με το ύφος των κουκλών που ήδη υπάρχουν, τότε επιβάλλεται η αλλαγή τους. Σε τελική άποψη, η αγορά μανεκέν αλλά και διακοσμητικών είναι με διαφορά η μικρότερη δαπάνη σε μία ανακαίνιση και επομένως δεν πρέπει να λογίζεται ως έξοδο, αλλά σαν επένδυση, όπως δηλαδή και γενικότερα η ανακαίνιση.

 

Κόστος

Το κόστος μίας ανακαίνισης εξαρτάται κυρίως από τα υλικά που θα επιλεγούν να χρησιμοποιηθούν. Μία ανακαίνιση μπορεί να κοστίσει από 600 ευρώ ανά τ.μ. μέχρι και 3.000 ευρώ ανά τ.μ. Πέρα πάντως από τα υλικά που θα επιλεγούν, το κόστος ανεβαίνει αισθητά όταν η κατασκευή συνοδεύεται από μηχανολογική μελέτη για τον κλιματισμό, το φωτισμό, την πυρανίχνευση, το συναγερμό του καταστήματος κ.ο.κ. Απο την άλλη πλευρά όμως υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν πως ο υπολογισμός του κόστους βάσει των τετραγωνικών μέτρων του καταστήματος είναι απατηλός. Σε αντίθεση με την κατασκευή σπιτιών, στα καταστήματα το κόστος είναι αντιστρόφως ανάλογο του εμβαδού τους, υποθετικά δηλαδή μιλώντας, αν σε ένα κατάστημα 50 τ.μ. το κόστος είναι 1200 ευρώ ανά τ.μ., σε ένα αντίστοιχο κατάστημα 150 τ.μ. το κόστος θα είναι 650 Ευρώ ανά τ.μ. Το γεγονός αυτό έχει να κάνει με το ότι ένα μαγαζί έχει περισσότερα κόστη εκκίνησης. Το ταμείο δηλαδή θα είναι λίγο- πολύ ίδιο είτε μιλάμε για κατάστημα 20 τ.μ., είτε 200 τ.μ. Το ίδιο ισχύει και για την πρόσοψη. Όσο πάλι μικρότερο είναι ένα μαγαζί, τόσο πιο σύνθετα και ακριβά συστήματα ραφιών και κρέμασης θα χρησιμοποιήσει για να εξοικονομήσει χώρο, κάτι που δεν συμβαίνει στα μεγάλα μαγαζιά, όπου η κρέμαση πάνω- κάτω είναι σπάνια. Αν πάλι ένα μικρό κατάστημα επιλέξει κλιματιστική μονάδα ψευδοροφής, η μικρότερη, των 25.000 btu, κάνει εξίσου και για μεγαλύτερα καταστήματα. Είναι επόμενο συνεπώς να ανεβαίνει αισθητά το κόστος ανά τ.μ. στα μικρά καταστήματα. Ένα από τα συνήθη λάθη των επιχειρηματιών όταν πρόκειται να προβούν σε ανακαίνιση του χώρου τους, εντοπίζεται στην προσπάθειά τους να κρατήσουν πάση θυσία χαμηλά το κόστος. Υπάρχουν φορές που, κρατώντας πολύ χαμηλά το κόστος, μακροπρόθεσμα ο επιχειρηματίας θα πληρώσει πολλαπλάσια. Δεν είναι τυχαίο για παράδειγμα που στην αγορά κυκλοφορούν φαινομενικά "ίδια" φωτιστικά σώματα, οι τιμές των οποίων όμως κυμαίνονται από 10 έως 500 ευρώ. Το φθηνό, χαμηλής ποιότητας φωτιστικό μπορεί να έχει σημαντικά μικρότερη διάρκεια ζωής, μπορεί να μην αποδίδει με ευκρίνεια τα χρώματα των προϊόντων ή του εσωτερικού, μπορεί τέλος να υπερθερμαίνει τον περιβάλλοντα χώρο, αυξάνοντας τις ανάγκες κλιματισμού. Το κόστος μειώνεται ανάλογα με το πόσο έξυπνος είναι ο αρχιτέκτονας, πόσο έξυπνες λύσεις μπορεί να βρει ώστε να μειώσει τα εργατικά και τα περιττά έξοδα.

 

Έκαστος στο είδος του

Κοινός τόπος στις δηλώσεις αρχιτεκτόνων/ διακοσμητών όταν ερωτώνται για τη στάση που πρέπει να τηρεί ένας επιχειρηματίας από τη στιγμή που έχει δώσει την έγκριση του στα σχέδια μίας ανακαίνισης και μέχρι την υλοποίηση της, είναι η ...ελάχιστη εμπλοκή. Ούτως ή άλλως, για να δημιουργήσει ο επαγγελματίας το concept και στη συνέχεια να το υλοποιήσει, πρέπει να έχει δώσει τις κατευθύνσεις ο ίδιος ο ιδιοκτήτης, πού θέλει να εστιάσει, τι ύφος θέλει να έχει το μαγαζί του, τι ιδιαιτερότητες έχει, ποιο είναι το κοινό του κ.ο.κ. Από τη στιγμή όμως που δώσει το OK για την έναρξη των εργασιών, ο ρόλος του πρέπει να είναι καθαρά επικουρικός, πρέπει να επεμβαίνει όποτε του ζητηθεί από τον επαγγελματία που ανέλαβε τη δουλειά. Όπως επισημαίνει και αρχιτέκτονας με εμπειρία στο χώρο της κατασκευής: «Κατά ένα περίεργο τρόπο, όσο πιο πολύ επεμβαίνει ένας ιδιοκτήτης στις εργασίες των συνεργείων, τόσο πιο απίθανα λάθη συμβαίνουν. Ίσως, γιατί μεταδίδει την ανησυχία και τη νευρικότητά του και δεν αφήνει τους επαγγελματίες να κάνουν ήρεμοι και απερίσπαστοι τη δουλειά τους».

Του Ορέστη Τσαπέκου